Λογοθεραπεία

Λογοθεραπεία (ή λογοπαθολογία) είναι η επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη, πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία των διαταραχών επικοινωνίας, λόγου και ομιλίας της φωνής και των διαταραχών σίτισης και κατάποσης.

Η επικοινωνία αποτελεί μια δυναμική διεργασία ανταλλαγής ιδεών και πληροφοριών. Αυτή η δυναμική διαδικασία περιλαμβάνει την κωδικοποίηση, τη μετάδοση και αποκωδικοποίηση των επιδιωκόμενων μηνυμάτων.

O λόγος αφορά την ικανότητα αναγνώρισης λέξεων και εννοιών, καθώς και την ικανότητα του ατόμου να επικοινωνεί μέσω ενός κωδικοποιημένου συστήματος σε όλες του τις μορφές, δηλαδή την προφορική και την γραπτή.

Τέλος, η ομιλία είναι ένα λεκτικό μέσο επικοινωνίας ή μεταβίβασης του νοήματος. Για να πραγματοποιηθεί, απαιτείται ακριβής νευρομϋικός συντονισμός και είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων κινητικών συμπεριφορών. Επίσης, η ομιλία αποτελείται από συνδυασμούς ομιλητικών ήχων,  την ποιότητα φωνής, τον επιτονισμό και τον ρυθμό. Κάθε ένα από αυτά τα συστατικά μέρη χρησιμοποιείται με στόχο να τροποποιηθεί το ομιλητικό μήνυμα.

Αρχικά, μετά την λήψη ενός αναλυτικού ιστορικού και τη  λεπτομερή αξιολόγηση του παιδιού με σταθμισμένες και μη δοκιμασίες, ερωτηματολόγια και κλινική παρατήρηση, πραγματοποιείται η διαδικασία συλλογής δεδομένων προκειμένου να ληφθεί μία σωστή κλινική απόφαση. Μετέπειτα, εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο, σχεδιάζεται το κατάλληλο θεραπευτικό πρόγραμμα, εξατομικευμένο για κάθε παιδί, προσαρμοσμένο τόσο στις ανάγκες του όσο και  στην ιδιοσυγκρασία της ίδιας της οικογένειας. Ο λογοθεραπευτής μαζί με την οικογένεια αποτελούν άρρηκτη ομάδα που έχουν ένα κοινό στόχο, τη βελτίωση των επικοινωνιακών δεξιοτήτων του παιδιού. Μέσω δομημένων προγραμμάτων, πρωτοκόλλων και τεχνικών (π.χ. Εντατική Αλληλεπίδραση, PECS, “Touch and Say” κ.ά.) ο θεραπευτής εκπαιδεύει τόσο το παιδί όσο και τους γονείς προκειμένου η παρέμβαση να είναι πιο αποτελεσματική.

Η διάρκεια και το είδος της θεραπείας εξαρτάται από τη φύση της σοβαρότητας των δυσκολιών, τη στοχοθεσία που έχει τεθεί, τον χρόνο και τον τρόπο που χρειάζεται κάθε παιδί για να μπορέσει να μάθει, την εντατικότητα της θεραπείας, καθώς και τη συνεργασία τόσο του παιδιού όσο και της οικογένειας.

 

Με την έγκαιρη και κατάλληλη παρέμβαση, υπάρχει η δυνατότητα της πρόληψης και αντιμετώπισης δυσκολιών που ενδεχομένως να εμφανίζονται στους τομείς που σχετίζονται με τη λεκτική και μη λεκτική επικοινωνία, τη λεκτική έκφραση (τον τρόπο που μιλάει το άτομο – λέξεις, προτάσεις), την αντίληψη και κατανόηση του λόγου (να κατανοεί τι του λένε), την άρθρωση (τον τρόπο που προφέρει τους ήχους), τη φωνή και τον ρυθμό ομιλίας (π.χ. ένρινη ομιλία, ταχυλαλία, τραυλισμός), την κοινωνική επικοινωνία (π.χ. τον τρόπο που ξεκινάει ή διατηρεί μία συζήτηση) και τη σίτιση-κατάποση (π.χ. δυσκολίες μάσησης).

Συνήθως τα παιδιά 3 ετών τυπικής ανάπτυξης, κατέχουν ένα λεξιλόγιο που αγγίζει τις 700-900 λέξεις, έχουν την θέληση να εμπλακούν σε ένα διάλογο, μιλούν με σχετικά καθαρή άρθρωση, σωστή σύνταξη και δομή, περιγράφουν γεγονότα ή εμπειρίες τους, ρωτούν να μάθουν από τους ενήλικες και αποζητούν παιχνίδια με συνομήλικα παιδιά.

Ωστόσο, κάποια παιδιά μπορεί να μην προφέρουν σωστά κάποιες λέξεις, να μην έχουν ευφράδεια λόγου, να κάνουν γραμματικά λάθη, να μην εκφράζονται με τρόπο που να βγαίνει κάποιο νόημα. Επίσης κάποια προτιμούν να απομονώνονται, να παίζουν μόνα τους και να αδιαφορούν για τα άλλα πρόσωπα, τότε πρέπει να απευθυνθώ σε κάποιον λογοθεραπευτή.

Λογοθεραπεία για ενήλικες

Η λογοθεραπεία σε ενήλικες είναι η επιστήμη που ασχολείται με την πρόληψη, διάγνωση, αξιολόγηση και αποκατάσταση διαταραχών της επικοινωνίας, της ομιλίας, της γλώσσας, της φωνής και της κατάποσης*, οι οποίες έχουν προκύψει λόγω νευρολογικών, ανατομικών, τραυματικών ή οργανικών αιτίων στην ενήλικη ζωή. Εάν και είναι ένας όχι και τόσο διαδεδομένος κλάδος της λογοθεραπείας, κρίνεται ζωτικής σημασίας για μια ολιστική αποκατάσταση των δυσκολιών ενός ατόμου.

Ο θεραπευτής αρχικά μέσω συνέντευξης και λήψης ενός πλήρους  ιστορικού αξιολογεί το αίτημα του ενήλικα μέσω σταθμισμένων και μη δοκιμασιών, καθώς μέσω κλινικής παρατήρησης. Έτσι, καθορίζεται η φύση των δυσκολιών, εάν πρόκειται δηλαδή για δυσκολίες στην άρθρωση, την ανάκληση των λέξεων, τη δύναμη και εύρος της φωνής, τη ροή της ομιλίας, την κατανόηση και παραγωγή του λόγου, τον μυϊκό τόνο, τη δύναμη και ακρίβεια του στοματοκινητικού μηχανισμού, τη μάσηση κλπ. Έπειτα, σχεδιάζεται ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα θεραπείας μέσω του οποίου ο θεραπευόμενος εκπαιδεύεται σε στρατηγικές που θα διευκολύνουν την καθημερινότητά του. Ουσιαστικά, μέσα από τη νευρολογική αποκατάσταση λόγου και γλώσσας και τη χρήση επαναλαμβανόμενων γλωσσικών ασκήσεων, ο θεραπευτής ενισχύει τη νευροπλαστικότητα του εγκεφάλου. Επιπρόσθετα, ο θεραπευόμενος λαμβάνει συμβουλευτική υποστήριξη τόσο για τον ίδιο όσο και για το οικογενειακό του περιβάλλον.

Σκοπός της λογοθεραπείας σε ένα ενήλικο άτομο είναι η βελτίωση της ικανότητας επικοινωνίας και η αποκατάσταση της λειτουργικότητας στην καθημερινότητά του. Η διάρκεια και το είδος της θεραπείας εξαρτώνται από τη διαταραχή, τη σοβαρότητα των δυσκολιών, τους στόχους που έχουν τεθεί και την διάθεση του ατόμου να εξελιχθεί.

Χρήσιμες ερωτήσεις

Πότε χρειάζεται ένα παιδί να ενταχθεί σε λογοθεραπεία;
• Όταν δε γυρίζει στο όνομά του, δεν κοιτάζει στα μάτια, παίζει κυρίως μόνο του, δεν αλληλεπιδρά ικανοποιητικά με τον γονιό του ή άλλους οικείους.
• Όταν μέχρι τα 2,5 έτη δεν παράγει καθόλου λέξεις ή δε χρησιμοποιεί καθόλου κάποιους ήχους/ φωνήματα.
• Όταν ξαφνικά σταματά απότομα να εξελίσσεται η ομιλία ενώ φαινόταν να αναπτύσσεται ομαλά.
• Όταν ηχολαλεί, επαναλαμβάνει τις φράσεις των άλλων ή από διαφημίσεις κτλ.
• Όταν ο λόγος του είναι δυσκατάληπτος (συχνά μπορεί να μη τον καταλαβαίνουν τρίτα πρόσωπα του περιβάλλοντός του).
• Όταν δεν εκτελεί εντολές ή δεν ακολουθεί οδηγίες (π.χ. ‘’Φέρε τα παπούτσια και κλείσε την πόρτα.’’).
• Όταν ο λόγος του είναι εξαιρετικά απλοποιημένος σε σχέση με την ηλικία του. (“Πάμε άτα”, “Θέλω νάνι”).
• Όταν αντικαθιστά ή αφαιρεί κάποια γράμματα/φωνήματα (π.χ. “Σέλω νελό”, “Α πω τάτι”).
• Όταν απλοποιεί κάποια συμπλέγματα (‘’Φέλω κολείο”, “Πάμε πίτι”).
• Όταν αντιστρέφει συλλαβές σε λέξεις (π.χ. ‘’ζιτράπι’’ αντί για ‘’τραπέζι’’).
• Όταν έχει φτωχό ή περιορισμένο λεξιλόγιο.
• Όταν δυσκολεύεται να κατανοήσει έννοιες.
• Όταν χρησιμοποιεί λανθασμένα γραμματικά και συντακτικά φαινόμενα (χρόνους, γένη, αριθμούς).
• Όταν οι προτάσεις του είναι μικρές και λιτές.
• Όταν δυσκολεύεται να παρακολουθήσει ή να περιγράψει ένα γεγονός, τα νέα του, μία ιστορία ή ένα παραμύθι (π.χ. δε θυμάται πληροφορίες, απαντά μονολεκτικά κτλ).
• Όταν αποφεύγει να μιλήσει μπροστά σε τρίτους.
• Όταν δε γνωρίζει πώς να προσεγγίσει λεκτικά άλλα παιδιά.
• Όταν δεν απαντά σωστά σε ερωτήσεις.
• Όταν δυσκολεύεται στην εναλλαγή σειράς και στη διατήρηση του θέματος ενός διαλόγου.
• Όταν είναι «αδέξιο» κοινωνικά ή αγενές κατά περίπτωση.
• Όταν μπλοκάρει ή τραυλίζει όταν μιλάει.
• Όταν μιλάει εξαιρετικά αργά ή εξαιρετικά γρήγορα.
• Όταν η ομιλία του είναι ένρινη ή ‘’ρομποτική’’.
Πότε ένας ενήλικας χρειάζεται λογοθεραπεία;
• Όταν παρουσιάζει αρθρωτικές δυσκολίες.
• Όταν έχει διαγνωστεί με δυσλεξία.
• Όταν αντιμετωπίζει δυσκολίες στην γραφή και την ανάγνωση.
• Όταν έχει υποστεί ισχαιμικό ή αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο, καθώς είναι η κυριότερη αιτία αφασίας (καταστροφή περιοχών του εγκεφάλου που ελέγχουν τον λόγο και την κατανόηση).
• Όταν έχει υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση.
• Όταν βρίσκεται σε αποκατάσταση μετά από τροχαίο ατύχημα, πτώση ή χτύπημα, που προκαλεί τραύμα στον εγκέφαλο.
• Όταν πάσχει από νευροεκφυλιστικές νόσους (π.χ. νόσος Parkinson, νόσος Alzheimer ή άλλες μορφές άνοιας).
• Όταν εμφανίζει δυσαρθρία (αλλοιωμένη άρθρωση λόγω μυϊκής αδυναμίας, π.χ. νόσος Πάρκινσον, σκλήρυνση κατά πλάκας, ALS).
• Όταν εμφανίζει τραυλισμό, μπλοκαρίσματα και επαναλήψεις στην ομιλία.
• Όταν εμφανίζει διαταραχές σίτισης και μάσησης.
• Όταν είναι ξενόγλωσσος που θέλει να βελτιώσει την άρθρωση του.
• Όταν έχουν αίτημα για ενίσχυση των δεξιοτήτων τους για επαγγελματικούς λόγους ή παρουσίαση.